Τετάρτη, 8 Ιουνίου 2011

Η φιλία του Αετού με την Αχυρένια


Μια φορά που λέτε, σε μια γωνίτσα  του πλανήτη Αστερίτη σε ένα καταπράσινο χωράφι  υπήρχε ένας αχυράνθρωπος (το γνωστό σε όλους ως σκιάχτρο). Το σκιάχτρο μας λοιπόν το  λέγανε Αχυρένια. Ήταν παραγεμισμένο με τι άλλο … με χρυσοκίτρινα άχυρα και παρέμενε χρόνια και χρόνια στο ίδιο σημείο καρφωμένο, με τα χέρια απλωμένα σαν να ήθελε να αγκαλιάσει το σύμπαν.
Στο κεφάλι του φορούσε ένα μεγάλο ψάθινο καπέλο και στη θέση της καρδιάς της κάτω από την μακριά άσπρη πουκαμίσα που φορούσε, είχε ένα ρόδι. Η πουκαμίσα στερεωνόταν πάνω στη μέση της με μια φαρδιά κόκκινη ζώνη, δίνοντας της στην Αχυρένια γυναικεία σιλουέτα.
 
Η Αχυρένια χρόνια και χρόνια ήταν στο ίδιο σημείο ακίνητη και θεωρούσε πως όλος όλος ο πλανήτης Αστερίτης ήταν όσο έφτανε στον ορίζοντα η ματιά της.. Αν και είχε ακούσει  διάφορα παραμύθια για τόπους μακρινούς αλλιώτικους από το μέρος που ζούσε πίστευε πως ήταν απλά παραμύθια. Ε, τι να κάνουμε , όπως φαίνεται ήταν λίγο χαζούλα η Αχυρένια.

Μια μέρα  λοιπόν, εκεί που όλα φαινόταν ίδια σαν όλες τις προηγούμενες μέρες η Αχυρένια πρόσεξε στον ουρανό ένα φτερωτό πλάσμα που έκανε βόλτες γύρω από το χωράφι που βρισκόταν καρφωμένη. Το πέταγμα του σίγουρο και απαλό σαν να γλιστρούσε πάνω στον ουρανό, της είχε μαγνητίσει το βλέμμα.
Μέρα με την  μέρα πλησίαζε και πιο κοντά της και έτσι κατάφερε να διακρίνει ένα όμορφο αετό με κατάμαυρα γυαλιστερά φτερά και μάτια καστανά σαν το φρεσκοζευγαρισμένο χώμα του χωραφιού.

Κάποια μέρα κατέβηκε στο χωράφι της και την πλησίασε.
-         Πως μπορείς και μένεις τόσες μέρες εδώ ακίνητη; Δεν σου αρέσει να πετάς;
-         Δεν ξέρω καν πώς είναι να πετάς. Δεν μπορώ να πετάξω, γιατί δεν έχω φτερά του είπε κάπως αμήχανη.
-         Μα πως γίνεται να μην πετάς; Αφού όλοι μπορούν να πετάξουν, ο Πήγασος, το ελεφαντάκι ο Ντάμπο, ακόμα και οι δράκοι που είναι τόσο μεγάλοι πετάνε (της είπε κάπως δύσπιστα…)
-         Και όμως να που δεν έχουν όλοι την ικανότητα αυτή είπε η Αχυρένια κάπως ντροπιασμένη για την ανικανότητα της..
Ο αετός μας το σκέφτηκε λίγο και της είπε.
-         Μην στενοχωριέσαι θα σε βοηθήσω να μάθεις να πετάς. Έχεις όμορφα μεγάλα μακριά χέρια και όταν αρχίσεις να τα κινείς ο άνεμος θα σε ανεβάσει ψηλά. Έχω μεγάλη υπομονή και επιμονή και θα δεις σου μάθω πως να τα καταφέρεις τελικά.

Έτσι από κείνη τη μέρα ο αετός και η Αχυρένια έγιναν φίλοι και έκαναν πολύ παρέα.
Λέγανε για διάφορα και κυρίως ο αετός της έλεγε το πόσο υπέροχο είναι να πετάς και πόσο υπέροχα ήταν όλα από ψηλά.
Η Αχυρένια τον άκουγε μαγεμένη και προσπαθούσε να πετάξει ακολουθώντας τις οδηγίες του φίλου της μια και οι ιστορίες για την ικανοποίηση που τις έλεγε ο αετός για το πως νιώθει όταν πετά της είχαν φουντώσει την επιθυμία. Προσπάθησε να κουνήσει τα χέρια της πάνω κάτω γρήγορα και πιο γρήγορα αλλά τίποτα. Μόνο με την βοήθεια του αετού, που την έπιανε απαλά από τους ώμους κατάφερνε να ξεκαρφωθεί από το χώμα και να νιώθει την αίσθηση της ελευθερίας και της ευχαρίστησης της πτήσης.

Κάποιο ξημέρωμα, τελείως αναπάντεχα, ο αετός μας της πρότεινε.. ..
-         Δεν θέλω να φοβηθείς, για αυτό θέλω την συγκατάθεση σου να πετάξουμε μαζί πολύ πολύ ψηλά. Να, μέχρι εκεί πάνω στην κορφή εκείνου του βουνού, εκεί που βρίσκεται και η φωλιά μου. Αν συμφωνείς βέβαια.
-         Ω, ναι!!!! είπε η Αχυρένια γεμάτη ενθουσιασμό.
Χωρίς άλλη κουβέντα λοιπόν την έπιασε απαλά από τους ώμους με τα δυνατά γαμψά του νύχια και άρχισε να την ανεβάζει ψηλά.
Η Αχυρένια στην αρχή ταράχτηκε, αλλά πολύ γρήγορα αφέθηκε με εμπιστοσύνη στα γαμψά δυνατά νύχια του φίλου της. Όλα άρχισαν να μικραίνουν και να αποκτούν ασήμαντη όψη.
Οι ηλιαχτίδες της χάιδευαν απαλά το πρόσωπο και το ουράνιο τόξο φάνηκε σαν ένας τοξοειδής πολύχρωμος δρόμος μπροστά τους. Τα κύματα της δροσιάς και οι υπέροχες μυρωδιές των λουλουδιών ήταν ένα πρωτόγνωρο μεθύσι!! Το θρόισμα των φύλλων τα τιτιβίσματα των πουλιών και του αέρα το μουρμούρισμα ήταν η καλύτερη ενορχήστρωση που μπορούσε να υπάρξει!
 Ανέβαιναν ολοένα και πιο ψηλά, πάνω και από τα αφράτα σύννεφα που ήταν σαν μαλλί της γριάς που τρώνε τα παιδιά στη γη.

Πλησιάζοντας στην κορφή του τεράστιου βουνού ακούστηκαν τα χαρούμενα τιτιβίσματα των δύο χαριτωμένων μικρών του φιλαράκου της που τον περίμεναν γεμάτα ανυπομονησία. .
Η Αχυρένια κοίταζε κάθε τι με πολλή συγκίνηση και ενδιαφέρον. Ένιωσε πολύ ικανοποιημένη και περήφανη που ο φίλος την εμπιστεύτηκε και της έδειξε την φωλιά του, και την έκανε να νιώσει σαν μέλος της οικογένειας του.
Ένιωσε πολύ τυχερή και ευτυχισμένη που είχε ένα τόσο καλό φίλο και υποσχέθηκε στον εαυτό της να μην θέσει σε κίνδυνο την οικογένεια του φίλου της κρατώντας μυστικό το καταφύγιο του.
  Η ώρα όμως πέρασε πάρα πολύ γρήγορα, όπως γρήγορα περνάνε όλα τα όμορφα.

Είχε αρχίσει να σουρουπώνει και έτσι η ώρα της επιστροφής της είχε φτάσει. Ο αετός την έπιασε ξανά προσεκτικά από τους ώμους και άρχισαν το ταξίδι της επιστροφής προς το χωράφι της Αχυρένιας. Μια γλυκιά ζάλη είχε συνεπάρει την Αχυρένια καθώς οι ηλιαχτίδες έπαιζαν κρυφτό και γέλαγαν μαζί με τα   μπαμπακένια σύννεφα. Όλα ήταν τέλεια και υπέροχα.

Είχαν απομακρυνθεί κάμποσο από την φωλιά, όταν ξαφνικά ακούστηκε ένας τρομερός εκκωφαντικός θόρυβος, ανακατεμένος με τις τρομαγμένες φωνούλες των παιδιών του αετού. Πιθανώς κάτι τρομερό απειλούσε την οικογένεια του. Έπρεπε το γρηγορότερο να βρεθεί κοντά τους. Δεν ήθελε να χάσει πολύτιμο χρόνο που ίσως να ήταν και μοιραίος για την τύχη της οικογένειάς του. Χωρίς δεύτερη σκέψη άφησε την Αχυρένια μόνη να συνεχίσει την κατάβαση προς το χωράφι.
Εκείνη άρχισε να κινεί πιο γρήγορα τα χέρια σαν να ήταν φτερούγες, για να ανακόψει την γρήγορη πτώση της. Οι αδέξιες κινήσεις της δεν έκαναν σημαντική διαφορά.
Σύντομα συγκρούστηκε βίαια με το χώμα του χωραφιού της που ράγισε το ξυλοπόδαρο της.
Δεν έδωσε καθόλου σημασία στον πόνο που ένιωσε με το ράγισμα του ποδιού της, μια και η ανησυχία της για τον αγαπημένο της φίλο και για την οικογένεια του ήταν πολύ πιο σημαντική.

Οι μέρες περνούσαν και το βλέμμα της ήταν καρφωμένο στον ουρανό αλλά μάταια περίμενε την συντροφιά του φίλου της,  Μόνο κάποιες φορές τον έβλεπε να πετάει για λίγο πάνω από το χωράφι χωρίς να πλησιάζει. Κάπου κάπου, σα να συνωμοτούσε με τον άνεμο ο φιλαράκος της τις έστελνε ένα κατάμαυρο γυαλιστερό φτερό του.
Η Αχυρένια κάθε φορά τα μάζευε και τα φύλαγε με προσοχή κάτω από την πουκαμίσα της, εκεί δίπλα στο ρόδι που είχε για καρδιά. Αυτά τα (10 ) φτεράκια μαζί με τις γλυκές αναμνήσεις από την συντροφιά  του και τις υπέροχες πτήσης που κάνανε μαζί, θα τα είχε για πάντα δικά της.  

Όμως τι είχε γίνει στο τέλος εκείνης της μέρας, δεν το έμαθε. Βέβαια από το μυαλουδάκι της Αχυρένιας περνούσε η υποψία πως ο φίλος της ίσως την θεωρούσε υπεύθυνη, που βρισκόταν μακριά από την οικογένεια του την στιγμή που τον χρειάστηκαν, προκειμένου να την μεταφέρει στο χωράφι της.
Ίσως όμως ο φιλαράκος  να ντρεπόταν να την αντικρίσει ξανά μια και αναγκάστηκε να την παρατήσει  μόνη στα μισά της διαδρομής με αποτέλεσμα να τσακιστεί το ξυλοπόδαρο της φίλης του, ή να υπήρχε κάποια άλλη εξήγηση. Αυτές ήταν απλές υποθέσεις που έκανε η Αχυρένια. Ποιος όμως να ξέρει τι πραγματικά έφταιγε ;
Μπορεί κάποια στιγμή να ξαναγύριζε ο φιλαράκος της και τότε ίσως να τις εξηγούσε τι πραγματικά συνέβη.

Πάντως αυτό που ήταν παρήγορο και καθησυχαστικό για αυτήν, ήταν πως ο φιλαράκος της ήταν καλά και μπορούσε να πετάξει. Και εκείνη ( έστω και με την βοήθεια του) είχε καταφέρει να πετάξει και να γευτεί τις συγκινήσεις των πτήσεων και οι ανάμνησης των ευτυχισμένων στιγμών δεν θα έσβηναν ποτέ από τη μνήμη της.


from gold....idea  (25-5-2011)

I believe I can fly !!!!